WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| as ever adv | (as is always the case) | ως συνήθως, όπως πάντα επίρ |
| | As ever, I didn't understand a word of what he was saying. |
| | The bus was late, as ever! |
| | Δεν κατάλαβα ούτε μια λέξη από όσα έλεγε, όπως πάντα. // Το λεωφορείο καθυστέρησε, ως συνήθως! |
as ever, as ... as ever adv | (as is always the case) | όσο πάντα, όσο πάντοτε φρ ως επίρ |
| | I saw that comedian live recently and he was funny as ever. |
| | Είδα πρόσφατα ζωντανά τον κωμικό και ήταν το ίδιο αστείος όσο πάντα. |